κασκέτο


κασκέτο
το
(λ. ιταλ.), πηλήκιο, χαμηλό κάλυμμα της κεφαλής με γείσο: Τον περισσότερο καιρό φορά το κασκέτο του.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κασκέτο — το 1. κάλυμμα τού κεφαλιού με γείσο που χρησιμοποιείται ιδίως από τους ναυτικούς 2. στρατιωτικό πηλήκιο 3. μαθητικό πηλήκιο 4. κάθε άκομψο καπέλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. casc etto] …   Dictionary of Greek

  • κασκέτο — [каскэто] ουσ. о. кепка, фуражка …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • τουρκιά — Χώρα της εγγύς Ανατολής. Το ευρωπαϊκό τμήμα της συνορεύει με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία και βρέχεται από το Αιγαίο Πέλαγος, τον Εύξεινο Πόντο και την Προποντίδα. Το ασιατικό τμήμα της συνορεύει με την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, τη Γεωργία, το… …   Dictionary of Greek

  • τραγιάσκα — η, Ν είδος καπέλου με γείσο, κασκέτο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ρουμ. φρ. trăiască Grecia «ζήτω η Ελλάδα», που φώναζαν Ρουμάνοι εκδρομείς στην Αθήνα επευφημώντας την ελληνική ομάδα σε ποδοσφαιρική συνάντηση και πετώντας τους σκούφους τους στον αέρα, η οποία… …   Dictionary of Greek